Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

suffering a loss


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο suffering παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: a | loss
Σε αυτή τη σελίδα: suffering, suffer

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
suffering n (pain: physical)ταλαιπωρία ουσ θηλ
  πόνος ουσ αρσ
  (μεταφορικά)βασανιστήριο ουσ ουδ
 The vet said it would be better to end the dog's suffering and put him down.
 Ο κτηνίατρος είπε ότι θα ήταν καλύτερο να βάλουν ένα τέλος στην ταλαιπωρία του σκύλου και να του κάνουν ευθανασία.
suffering n (pain: emotional)πόνος ουσ αρσ
  οδύνη ουσ θηλ
  (μεταφορικά)βάρος ουσ ουδ
 After his wife's death, George thought the suffering was unbearable.
 Μετά τον θάνατο της γυναίκας του ο Γιώργος θεωρούσε ότι ο πόνος ήταν ανυπόφορος.
suffering adj (in pain)που υποφέρει περίφρ
  ταλαιπωρημένος μτχ πρκ
  (λόγιος)πάσχων μτχ ενεστ
 The suffering animals were put out of their misery by the vet.
 Ο κτηνίατρος λύτρωσε τα ζώα που υπέφεραν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
suffer⇒ vi (undergo pain or hardship)υποφέρω ρ αμ
 She suffered for years while married to him.
 Υπέφερε για χρόνια όσο ήταν παντρεμένη μαζί του.
suffer from [sth] vi + prep (be ill with)πάσχω από κτ ρ αμ + πρόθ
  έχω ρ μ
  (πολύ βαριά κατάσταση)υποφέρω από κτ ρ αμ + πρόθ
 He's suffered from diabetes all his life.
 Όλη του τη ζωή έπασχε από διαβήτη.
suffer from [sth] vi + prep (be adversely affected by)πλήττομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
  υποφέρω από κτ ρ αμ + πρόθ
 This forest suffers from the effects of acid rain.
 It's always the poor who suffer most from unemployment.
 Αυτό το δάσος επλήγη από τις συνέπειες της όξινης βροχής. // Πάντα οι φτωχοί είναι αυτοί που πλήττονται περισσότερο από την ανεργία.
suffer for [sth] vi + prep (endure pain for the sake of)υποφέρω για κτ ρ μ + πρόθ
  (μεταφορικά)βασανίζομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
 The athlete suffered for his pursuit of perfection.
 Ο αθλητής υπέφερε για να πετύχει την τελειότητα.
suffer for [sth] vi + prep (be inconvenienced because of)υποφέρω για κτ ρ μ + πρόθ
  (μεταφορικά)βασανίζομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
 The painter suffered for his art.
 Ο ζωγράφος υπέφερε για την τέχνη του.
suffer [sth]⇒ vtr (undergo)υποφέρω ρ μ
  (μεταφορικά)περνάω ρ μ
 He suffered much hardship as a child.
 Πέρασε πολλές κακουχίες όταν ήταν παιδί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
suffer [sb] to do [sth] v expr archaic (allow)επιτρέπω ρ μ
 She would not suffer him to plead his suit any further.
suffer [sth/sb]⇒ vtr literary (tolerate)ανέχομαι ρ μ
 I will not suffer any more of this behaviour!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
suffering | suffer
ΑγγλικάΕλληνικά
long-suffering adj (having endured [sth] patiently)που έχει περάσει πολλά περίφρ
  ταλαιπωρημένος επίθ
  (μεταφορικά)μαρτυρικός επίθ
  (καθομιλουμένη)ταλαίπωρος επίθ
 The teenager's long-suffering parents went out to pick her up from yet another late night party.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση suffering a loss στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «suffering a loss».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!